Αναρτήθηκε από: Nikos | Σεπτεμβρίου 19, 2006

Πρωτοβρόχια…

Ήρθε επιτέλους το φθινόπωρο. Χτες ήμουν κοντά στο δάσος του Καρέα, και μέχρι να βρέξει εν τέλει το βράδυ, είχε νοτίσει τόσο πολύ το χώμα και είχε πάρει αυτή τη μυρωδιά, θέε μου μια μυρωδιά… Βρεγμένο χώμα, φύλλα πεσμένα που έχουν αρχίσει να σαπίζουν, μια υγρασία και μια απίστευτη γκριζοκόκκινη απόχρωση στα σύννεφα που προμηνύει το μπουρίνι.

Έχετε προσέξει την ησυχία που επικρατεί πριν από ένα ξέσπασμα βροχής; Είναι περίπου σαν το levare του Μαέστρου πριν δώσει fortississimo στα πρώτα βιολιά. Οι κεραυνοί είναι τα κρουστά, και ο ήχος της βροχής θα μπορούσε να παραπέμπει σε τσέλα σε αυτή την ιδιότυπη συμφωνία της φύσης.

Κλείνω τα μάτια, θέλω να επικεντρωθώ στον ήχο και τις οσμές του νοτισμένου χώματος. Ακόμα και στο κέντρο της Αθήνας, μέσα στην κίνηση της Αλεξάνδρας, ο ήχος των αυτοκινήτων που πλατσουρίζουν στα συγκεντρωμένα νερά, καταβρέχοντας τον κόσμο στα πεζοδρόμια, μαζί με το επίμονο μαστίγωμα της βροχής, αυτός ο συνδυασμός ήχων με ταξιδεύει. Μένω σε ισόγειο, δίπλα στο δρόμο, και ο αγαπημένος μου ήχος ενώ κοιμάμαι είναι αυτός του νερού που στάζει από την υδροροή όλο το βράδυ, ενώ ψιλοβρέχει. Βήματα βιαστικά κάθε τόσο, κάποιος προσπαθεί με μια ομπρέλα να προστατευτεί ενώ περπατά στην άκρη του πεζοδρομίου.

Καταιγίδα, αστραπές, βροντές, νεροποντή. Κι εγώ πίσω από τις γρίλιες να κοιτάω στο δρόμο τις ψιχάλες καθώς φωτίζουν στο πορτοκαλί φως του δημοτικού φωτισμού, όλο το βράδυ. Και ο ήχος να επιμένει, μια απόκοσμη μελωδία του νερού.

Η μουσική του νερού. Το υγρό, διαπεραστικό κρύο της βροχής. Η οσμή κεραυνού που ανεβάζει το χώμα το Άξιον. Κλειστά μάτια, βαθιά ανάσα, και μεταφέρομαι αυτοστιγμεί χρόνια πίσω. Θυμάμαι τα βράδια μετά το σχολείο το χειμώνα στο Βόλο, στην αγορά, σε ξαφνικές βροχές. Δεν ξέρω γιατί, η εικόνα αυτή μου είναι πολύ οικεία, πολύ ζεστή ψυχικά. Έχετε παρατηρήσει πώς είναι να εγγράφεις συγκεκριμένες στιγμές και φάσεις της ζωής σου τόσο ανεξίτηλα στον εγκέφαλο και να τις θυμάσαι για πάντα; Όχι σημαντικές στιγμές… αλλά απλές και καθημερινές. Μια συγκεκριμένη βόλτα, το να είσαι σε έναν τυχαίο δρόμο, να μιλάς ένα βράδυ με κάποιον άνθρωπο για κάτι καθημερινό… Κι όμως να μπορείς να το ανασύρεις έντονα σε κάθε στιγμή της ζωής σου, και τότε σε πλημμυρίζει μια ζεστασιά οικεία, νιώθεις να γυρίζεις χρόνια πίσω και να την ξαναζείς.

Όποτε μυρίζω τη βροχή, γυρίζω χρόνια πίσω. Όποτε ακούω τις υδρορροές, το ίδιο. Πολλά χρόνια πίσω… μπορώ να θυμηθώ στιγμές από τότε που ήμουν μωρό στην κούνια, και από το δρόμο έξω ερχότανε ο ήχος της βροχής και των αυτοκινήτων που έσκιζαν τα νερά. Νιώθω ασφάλεια όταν ακούω βροχή, όταν μυρίζω βροχή από τότε. Το αίσθημα της εσωτερικής ασφάλειας που έχεις όταν είσαι μωρό και σε αγκαλιάζει η μαμά σου. Και για αυτό, με τη βροχή, γαληνεύω. Είναι πολύ δύσκολο να βρίσκεις αυτή την αρχέγονη γαλήνη όσο μεγαλώνεις.

Άσε που το να είσαι σπίτι κι έξω να βρέχει, είναι ο ιδανικότερος καιρός για διάβασμα 🙂 Αν και σήμερα πέρασα την ημέρα μου φιλοσοφώντας, ευελπιστώ από αύριο να ριχτώ με νέα όρεξη στο διάβασμά μου… ειδικά άμα βρέχει!

Όσο έγραφα το παρόν post άκουγα : «The Tempest, Op.18» του Tchaikovsky, μέρος από την «Overture 1812». Εκτέλεση της Berliner Philarmoniker υπό τον Claudio Abbado

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Kατηγορίες

Αρέσει σε %d bloggers: