Αναρτήθηκε από: Nikos | Σεπτεμβρίου 10, 2006

Ας μιλήσουμε λοιπόν…

Το blog αυτό ξεκίνησε σε νέα διεύθυνση μετά από έναν χωρισμό, με βασικό γνώμονα το να γίνει μια νέα αρχή, χωρίς κανένα βαρίδι από το παρελθόν. Και αυτό δεν είναι φτερό στον άνεμο, είναι σαφώς διατυπωμένη θεμελιακή αρχή. Η “μετακόμιση” αυτή οφείλει να δράσει και ως καθαρτήρια δύναμη, καθώς επίσης και ως ώθηση προς τα μπροστά, μετά από ούτε λίγο ούτε πολύ 3 χρόνια στασιμότητας, πισωγυρίσματος, αυτοκαταστροφικής περιστροφής γύρω από τα μικρά, τα ανούσια, τα κατώτερα.

Είμαι θυμωμένος.. εξοργισμένος. Με μένα κυρίως, που επέτρεψα στο Νίκο να αφήσει τον εαυτό του πίσω, να πιέσει τον εαυτό του να μείνει κάτω, ισοπεδωμένος, οριακά ίσος με ανθρώπους που κανονικά δε θα άξιζαν ούτε το φτύσιμό του. Πείτε με υπερφίαλο, ψωνισμένο, βλάκα, ο,τιδήποτε. Δε με ενδιαφέρει. Τώρα επαναστατεί το είναι μου γιατί πληρώνω λάθη που έκανα για άτομα και καταστάσεις που δεν άξιζαν την παραμικρή ενασχόληση μαζί τους. Δέχομαι το ότι μέσω τέτοιων καταστάσεων σφυρηλατείται ο χαρακτήρας, μπαίνεις σε μια διαδικασία ωρίμανσης και αποφυγής λαθών στο μέλλον κλπ κλπ. Προς το παρόν όμως δεν μπορώ να δεχτώ επ’ουδενί ότι ήταν αναγκαίο όλο αυτό το “τράβηγμα” και όλες αυτές οι απώλειες, “για να γίνω άνθρωπος”.

Ό,τι έγινε έγινε, και δεν αξίζει να κλαις πάνω από το χυμένο γάλα. Αυτό που πρέπει να ακολουθήσει στη συνέχεια, είναι το damage control και η λυσσώδης προσπάθεια ανασυγκρότησης. Και είναι δύσκολη η πουτ@να ρε γαμώτο. Μετά από τόσα χρόνια στα οποία γεύτηκες πολλά, ταξίδεψες, είδες, έμαθες, ονειρεύτηκες, τσακίστηκες, πώς να ξανασηκωθείς, πώς να πατήσεις στα πόδια σου και να προχωρήσεις πάλι μπροστά; Είναι φορές που νιώθω ότι πνίγομαι, θέλω να πάω στην άκρη ενός γκρεμού, στο Σούνιο ας πούμε, και να κλάψω, να ουρλιάξω, να εκτονωθώ. Να λυθώ σε λυγμούς, να χτυπηθώ, να με δείρει ο αέρας, να πονέσει το είναι μου. Ο Billy Corgan των Smashing Pumpkins έλεγε ότι πρέπει να φτάσεις χαμηλά… πολύ χαμηλά. Μόνο έτσι μπορείς να αρχίσεις να ξανανεβαίνεις.

Έφτασα χαμηλά; Μπαίνω “αισίως” στο έβδομο έτος του Πολυτεχνείου χρωστώντας 20 μαθήματα και τη διπλωματική. Και στην εξεταστική που εξελίσσεται παίρνω το μπούλο bigtime. Δεν είχα τα αρχίδια να κατέβω να δώσω με αξιώσεις τίποτα ως τώρα. Η ψυχολογία είναι υπό του μηδενός και ΠΡΕΠΕΙ να ρεφάρω, να ξαναμπώ στο παιχνίδι. Και τι έκανε ο μαλάκας ο Νίκος τα τελευταία 3; 5; 6 χρόνια στο Πολυτεχνείο, πόσες ευκαιρίες κλώτσησε, πόσες φορές έβαλε τον εαυτό του σε τριπάκια που τον κράτησαν από το να ανοίξει τα φτερά του και να ρουφήξει το μεδούλι της ζωής που φεύγει; Πόσο ακόμα θα μπορώ να παίζω αυτή την παρτίδα μπλακ τζακ χωρίς να πληρώνω τα χαμένα; Ή κοροϊδεύω τον εαυτό μου και τώρα στριγγλίζω γιατί συνειδητοποιώ το πόσα έχασα ήδη;

Όχι, δεν άξιζε. Δεν έγινα κατά πολύ καλύτερος άνθρωπος, ούτε “έμαθα” το howto της αντιμετώπισης καταστάσεων μέσω όσων συνέβησαν τα τελευταία χρόνια. Μπορεί ίσως να έγινα λίγο πιο “άντρας” όπου χρειάστηκε, αν και για αυτό αμφιβάλλω. Οι “άντρες” διαβλέπουν ευθύς εξ’αρχής αυτά που θα τους γαμήσουν και τα αποφεύγουν. Εγώ, απεναντίας, ορκισμένος υπέρμαχος της θετικής προαίρεσης του κόσμου, πάω κάθε φορά με χίλια και συγκρούομαι μετωπικά με ανθρώπους και καταστάσεις τις οποίες δεν μπορώ καν να ελέγξω. Έμπλεος ανοησίας μπλέκομαι με καταστάσεις που δεν έχουν να μου δώσουν τίποτα. Μόνο πικρία, απογοήτευση, ερωτηματικά.

Ας μιλήσουμε για χωρισμούς. Ας μιλήσουμε για “σχέσεις”. Πώς είναι άραγε να ξεκινάς μια σχέση με κάποια κοπέλα, έχοντας όλη την καλή διάθεση να δοθείς; Δε μιλάμε για έρωτα, σε καμία περίπτωση στην προκειμένη περίπτωση. Δεν ερωτεύεσαι άτομα που δε σου κάνουν το “κλικ”. Αλλά έστω ότι αποφασίζεις να δεσμευτείς. Και αυτή είναι σε άλλη πόλη, ας πούμε στη Θεσσαλονίκη. Δίνεις το παν. Δεν έχεις μυαλό, έχεις πόδια. Παίρνεις το πρώτο αεροπλάνο ένα ξημέρωμα και πας να τη βρεις. Περνάς καλά, παράπονο κανένα. Μόνο που επιλέγεις να βάλεις τη δικιά σου ζωή on hold, να πέσεις με τα μούτρα σε αυτό που σε γεμίζει τη δεδομένη περίοδο. Χορταίνεις σεξουαλικά, γεμίζεις αυτοπεποίθηση, νομίζεις ότι είσαι μέρος μιας παρέας. Χα! Μαλάκα… Σύντομα συνειδητοποιείς με το χειρότερο δυνατό τρόπο ότι όλες οι κλίκες είναι καταδικασμένες να διαλυθούν εις τα εξ ων συνετέθησαν. Η συγκεκριμένη γκόμενα μαθαίνεις ότι σε έχει απλά σαν υποσημείωση στη ζωή της. Ποτέ δεν ήσουν ο καλύτερος, ο νούμερο ένα. Πάντα, πάντα, σε όλες τις συγκρίσεις απλά δεν υπήρχες. Δεν ήσουν και πολύ άντρας, παρά μόνο ένα ζαρζαβατικό, το οποίο αυτή δεν είχε και ιδιαίτερη διάθεση να “μεγαλώσει”. Είδε ότι οι σχέσεις απαιτούν δύο ανθρώπους να προσπαθούν, όχι μόνο έναν. Όχι μόνο ένα μαλάκα που διέσχιζε τη χιονισμένη Ελλάδα του Φλεβάρη 2004 πάνω – κάτω με τρένα για να πέσει σε μια αγκαλιά που έκανε αγγαρεία. Μια αγκαλιά ψυχρή που εύκολα σε πούλησε στην πρώτη ευκαιρία, μια δήθεν παρέα που φέρθηκε σαν το χειρότερο δυνατό χωνευτήρι κουτσομπολιών. Μια δήθεν καλά οργανωμένη “κλίκα” (για όνομα, αυτοχαρακτηρίζονταν έτσι…) που στην πρώτη ευκαιρία έγινε μπίλιες και οι μισοί άρχισαν να θάβουν τους άλλους μισούς. Για την ακρίβεια, ο σώζων εαυτόν σωθήτω. Και ο μόνιμος μαλάκας να μένει και να αναρωτιέται τι έγινε λάθος, τι θα μπορούσε ίσως να έχει κάνει για να αποτρέψει αυτή την εξέλιξη κλπ κλπ. Όσο μεγαλώνεις, γίνεται όλο και πιο δύσκολο να συμφιλιωθείς με την ιδέα ότι μπορεί οι φιλικές σου σχέσεις να διαλυθούν. Κουράζεσαι πολύ…γιατί έχεις επενδύσει πολλά πια σε κάποια άτομα, και οποιοδήποτε πισωγύρισμα, οποιαδήποτε σφαλιάρα σε αφήνει να αναρωτιέσαι πώς άρχισε η γη να γυρίζει ανάποδα, πώς η καθημερινότητά σου διαλύθηκε.

Από εκεί και πέρα μπαίνεις στη διαδικασία της ανάρρωσης. Είσαι ευάλωτος, ψάχνεις να πιαστείς από παντού, δίνεσαι σε οποιονδήποτε σου τείνει το χέρι χωρίς να πολυσκοτιστείς για το τι θα θελήσει σε αντάλλαγμα από εσένα. Τότε, ενώ είσαι στα πρώτα στάδια μιας μακράς ανάρρωσης, έρχεται στη ζωή σου με το έτσι θέλω εκείνη. Το τηλέφωνό σου χτυπάει, κάποιος λυκόφιλος που δήθεν σε βλέπει σαν το μικρό του αδερφό εγγυάται. Για όνομα, πώς μπορεί κάποιος να εγγυηθεί για μια παρουσία στη δικιά σου ζωή; Πόσο μπορεί κάποιος να νομίζει ότι σε ξέρει; Πώς τολμά κάποιος να ξέρει καλύτερα από εσένα τι είναι καλό και τι όχι;

Είπαμε όμως..είσαι ευάλωτος. Και αν την πρώτη φορά το απαραίτητο δραματικό στοιχείο ήταν ένα αεροδρόμιο, τώρα είναι ένας σιδηροδρομικός σταθμός. Ποια είναι αυτή που νομίζει ότι θα σε “ρίξει” χρησιμοποιώντας δήθεν περίτεχνα στιχάκια, μετερχόμενη μεθόδους που υπό κανονικές συνθήκες απλά θα σε εξόργιζαν; Ευάλωτος. Πέφτεις στην αθέλητη παγίδα, γιατί πρέπει επιτέλους να αποδείξεις στον εαυτό σου ότι αξίζεις. Ότι έχεις τη δύναμη να φορτσάρεις και να ξαναβγείς στην επιφάνεια, υπερνικώντας το χέρι που θέλει να σε πνίξει σε μια θάλασσα από αστείρευτα γιατί. Τι προσπαθείς να αποδείξεις, μαλάκα…; Σε ποιον; Βάζεις τον εαυτό σου στη γκιλοτίνα, διακινδυνεύεις το κεφάλι σου το ίδιο, για να αποδείξεις σε κάποια ανώτερη δύναμη ότι τελικά μπορείς να γίνεις κύριος της ζωής σου; Με το ζόρι; Ή μήπως αποκτάς περισσότερη αντοχή, μεγαλύτερα αρχίδια, περισσότερη κυριότητα στο είναι σου με το να βάζεις άλλη μια φορά το Νίκο σε δεύτερη μοίρα;

Πόσο μαλάκας μπορεί να είσαι για να επιλέξεις να παίξεις ένα παιχνίδι που είναι μεγαλύτερο από εσένα; Πόσο γελοία επιλογή είναι να μπλέξεις έναν άνθρωπο που δε σου φταίει σε τίποτα, άθελά σου βέβαια, σε ένα παιχνίδι με έπαθλο τη ζωή την ίδια;

Περνάει ο καιρός.. εσύ στον κόσμο σου. Μέσα σε ένα ΚΤΕΛ, σε ένα τρένο, διασχίζοντας την Ελλάδα, δίνοντας, προσφέροντας. Ενδόμυχα παλεύοντας για τις αποδείξεις που λέγαμε. Σκίζεσαι στα δύο για να δώσεις, να δοθείς. Αυτό είναι που πρέπει να κάνεις. Να δοθείς, ακόμα και αν δεν είσαι ερωτευμένος. Να παλέψεις για να πιαστείς από το κλαδάκι που σου τείνεται και να αποκτήσεις επιτέλους τη δικιά σου θέση στο δέντρο. Οι μήνες περνάνε. Δεν νιώθεις καλά όμως. Δίνεις, αλλά ο έρωτας δεν έρχεται έτσι απλά, στη συνέχεια. Βαριέσαι… θυμώνεις που δε γίνονται σεβαστές οι παραξενιές σου, οι επιλογές σου, η ζωή σου. Για εκείνη, άλλωστε, όλα είναι ένα παιχνιδάκι στα πλαίσια μιας κακώς εννοούμενης Intellekt, ενός παιδικού παιχνιδιού εξυπνακισμών και αφόρητα βαρετών “συζητήσεων”.

Πνίγεσαι, σκας, το ξέρεις. Ο ζωτικός σου χώρος έχει εκμηδενιστεί, τι έγινε με την προσωπική σου φούσκα στη θεωρία που είχες μικρότερος; Πόσο ακόμα θα βάζεις τον εαυτό σου σε δεύτερη μοίρα για να ικανοποιήσεις κάποιον άλλο, και κάποιο αόριστο “κοινό συμφέρον” που ποτέ δεν έγινε κτήμα σου; Βαυκαλίζεσαι με την ιδέα ότι παλεύεις για κάτι που αξίζει. Προσπαθείς να οραματιστείς κάτι καλό στο μέλλον, γνωρίζοντας ότι στο μίζερο παρόν, “ο άνθρωπός σου” σε επαναφέρει συνεχώς στη διαδικασία να αποδείξεις ξανά και ξανά τα αυτονόητα.

Κάποια στιγμή εκρήγνυσαι, επαναστατείς, δεν αντέχεις άλλο. Χωρίζεις, και χωρίζεις άσχημα. Ακόμα και αν επιστρέφεις για μια τελευταία προσπάθεια από τύψεις και μόνο, επειδή φέρθηκες με τρόπο που δεν αρμόζει στο civilization et compromis σου : δεν είσαι βάρβαρος, άλλωστε… (Και αυτό θα το πληρώσεις, πούστη…)

Περνάει ο καιρός… ενώ εκείνη ξανανιώνει και πατάει στα πόδια της, εσύ ακόμα είσαι μέσα σε μια κοπιώδη προσπάθεια να βρεις τον εαυτό σου. Έχεις τάσεις φυγής, όλο αυτόν τον καιρό. Με το παραμικρό που ταράζει το σύστημά σου, δεν το έχεις σε τίποτα να πάρεις το πρώτο τρένο, λεωφορείο, αεροπλάνο, να φύγεις, μακριά, όπου μπορείς. Όλα αυτά τα χρόνια γύρισες όλη την Ευρώπη φεύγοντας, Νίκο. Ζεις αποφατικά, ταξιδεύεις για να φύγεις από εκεί που είσαι, όχι για να πας κάπου. Και το μεταπτυχιακό στο εξωτερικό, αν κάτσει, το θέλεις κυρίως για να έχεις την ευκαιρία να φύγεις, άλλη μια φορά. Βλέπεις, όσο μεγαλώνεις γίνεται όλο και δυσκολότερο να τα κλωτσήσεις όλα και να ξεκινήσεις άλλη μια φορά από την αρχή, ξένος μεταξύ ξένων, σε νέο περιβάλλον. Τελευταία φορά που το έκανες, δεν πέτυχε. Τι θα γίνει αν αποτύχεις πάλι; Τι γίνεται όταν ο Μεγάλος Χειμώνας καταπίνει το Βρέφος της Άνοιξης;

Περνάει ο καιρός… και τότε κάνεις το μεγαλύτερο λάθος που θα μπορούσες να κάνεις. Γυρίζεις. Για να κάνεις τι; Κύριος οίδε… να ξανακάνεις τα ίδια λάθη; Ποτέ δεν πρέπει να γυρίζουμε σε ανθρώπους που αφήσαμε πίσω μας, ποτέ. Όταν φύγαμε είχαμε λόγους. Αυτοί δεν εκλείπουν, δεν αλλάζει ο άνθρωπος έτσι απλά, όσο και αν προτίθεται να το υποκριθεί για να κερδίσει κάτι βραχυπρόθεσμα. Και Θεέ μου, Θεέ μου, πόσο προσπάθησα να ξεχρεώσω τις τύψεις μου, πόσο προσπάθησα να απολογηθώ με τις πράξεις μου για αυτό που εν τέλει είμαι και είτε γίνεται αποδεκτό είτε όχι… Πάλι φυσικά εις βάρος του Νίκου. Εφ’όσον η ημέρα των 48 ωρών δεν υφίσταται σαν έννοια, εφ’όσον κάτι πρέπει πάντοτε να βάλεις σε δεύτερη μοίρα για να δοθείς 100% σε έναν άνθρωπο με τον οποίο δεν είσαι καν ερωτευμένος, αυτό το κάτι γίνεσαι εσύ ο ίδιος.

Παρ’όλα αυτά, προσπαθείς, το παλεύεις… δίνεις όλο σου τον εαυτό, καταπίνεις πολλά που δε θα έπρεπε να καταπιείς, συμβιβάζεσαι νομίζοντας ότι έτσι εξαργυρώνεται η κατ’επίφαση ρέντα στο χυδαίο παιχνίδι του καζίνο, στο οποίο έπαθλο είναι η ζωή σου η ίδια, βλάκα, βλάκα…τα καταστρέφεις όλα μέρα με την ημέρα.

Το δηλητήριο που κατάπινες λίγο λίγο έφτασε η ώρα να σε βλάψει. Οι μέθοδοι του Μιθριδάτη δεν ήταν ποτέ επιτυχείς για ανθρώπους σαν και εσένα, άλλωστε. Ήρθε η στιγμή να ξεράσεις αυτό που σου διέλυσε το στομάχι, ήρθε η ώρα να φωνάξεις επιτέλους, να αρνηθείς την εκπόρνευση του χαρακτήρα σου. Έφαγες σφαλιάρες πολλές… έπεσες αναίσθητος στο καναβάτσο ενώ η ζωή σου σε προσπερνούσε. Και ο άνθρωπος που έβαλες εκεί για να περιποιηθεί τις πληγές σου, σε έρραινε με οινόπνευμα πάνω στην κακοφορμισμένη σου ζωή, ενώ έβαφε τα νύχια του και μιλούσε ατέρμονα για ζώδια, πασιέντζες, κουτσομπολιά.

Ακόμα κι αυτό μπόρεσες να το δεχτείς, όμως. Ακόμα κι αυτό το κατάπιες. Μέχρι που ήρθε, πάλι, η πίεση. Σαν έτοιμος από καιρό αυτή τη φορά έφριξες. Τρόμαξες. Ήξερες ότι είχε φτάσει το τέλος… δε θα δεχόσουν ποτέ ξανά την ισοπέδωση του ζωτικού σου χώρου, το βιασμό του χρόνου, την απαξίωση της προσωπικότητάς σου από κανέναν. Ψέλλισες αρχικά ότι θέλεις χρόνο, λιμοκτονείς για χώρο, έχεις ανάγκη να ξαναβρείς εσένα. Κι εκείνη, ω του θαύματος, είχε ετοιμαστεί. Σε αποδέσμευσε. Νόμισες ότι θα μπορούσες να ζήσεις πάλι μόνο για σένα, μακριά από όσα σε πλήγωσαν. Θα μάθαινες πάλι να τρέχεις όπως παλιά, θα μπορούσες να καλύψεις τα χαμένα χρόνια.

Μέχρι που διάβασες τι λέει δημόσια για σένα… “Γιατί ο χ-ψ μαλάκας που σου έταξε τα αστέρια και σε έβγαζε σε χλιδάτα εστιατόρια και σου άναβε κεριά στο σπίτι και σε πήγαινε ταξίδια , και σου έλεγε πως σ’ αγαπούσε και έλεγε ΘΑ-ΘΑ-ΘΑ , δεν ήθελε τίποτα άλλο από το να σου ανοίξει τα πόδια κοριτσάκι , μα εσύ τον πίστεψες και θα πέθαινες για εκείνον …”

2 χρόνια μετά, λοιπόν, αυτό είναι το ρεζουμέ της από τη σχέση μας. Αυτό κράτησε, γιατί εσύ επέλεξες να προχωρήσεις μπροστά. Και επέλεξε να το δημοσιεύσει σε χώρο που διαβάζουν οι δικοί σου φίλοι, όχι οι δικοί της. Να σε μειώσει εκεί που ξέρει ότι θα σε πονέσει, να σε εξευτελίσει εκεί που νομίζει ότι θα το καταφέρει. Το δικό σου λάθος; Ότι προχώρησες, ότι θέλησες να αρχειοθετήσεις τα καλά στη μνήμη σου και να αποβάλεις όσα σου φέρνουν θύμησες παλιές και επώδυνες. Ακόμα κι εκεί πρέπει λοιπόν να ζεις μια ζωή για τους άλλους, τους τρίτους;

Ίσως πριν κάμποσα χρόνια να το έκανες. Τώρα όμως όχι πια. Είναι γελασμένος όποιος νομίζει ότι ο Νίκος θα συνεχίσει να παλεύει για όσα άλλοι θεωρούν σάπια και βρώμικα. Πέρασαν αυτά, και είναι καιρός να δαγκώσω σφιχτά το μαξιλάρι, να ξεπεράσω τα τσιμπήματα της σφήκας και να σηκωθώ πάλι όρθιος, άπαξ και διά παντός. Τώρα πια η φυγή δε θα είναι ανάγκη, αλλά επιλογή.

Το ταξίδι θα είναι για μένα, όχι για να ευχαριστήσω τον οποιονδήποτε.

Είναι καιρός να γίνει μια νέα αρχή, και τώρα δεν σκοτίζομαι πια για το αν τα λόγια μου πληγώνουν. Κανείς δεν με ρώτησε αν με πληγώνει όταν εκμεταλλεύονταν χυδαία το δόσιμό μου. Πλέον θα δίνω το Νίκο εκεί που ο Νίκος θέλει να δοθεί.

Μπορεί ήδη να χάθηκε πολύτιμος χρόνος. Συνολικά από το Νοέμβριο του 2003 μετράω χαμένο χρόνο. Και ο λόγος για τον οποίο επιβιώνω και παλεύω ακόμα είναι επειδή παράλληλα με τις φυγές, τα χτυπήματα, τη ματαιοπονία, έζησα και την ευτυχία του να περιστοιχίζομαι από ανθρώπους που δεν θέλουν σώνει και καλά να εκμεταλλευτούν, να κερδίσουν εις βάρος μου. Και αυτοί με το να είναι εκεί μου θυμίζουν καθημερινά ότι αξίζει να το παλέψω, ότι ο άνθρωπος εν τέλει είναι πολύ γερό σκαρί για να σπάσει μετά από όλα αυτά τα χτυπήματα. Δε θα κάνω τη χάρη να βυθιστώ για κανέναν.

“Αν εσύ με διαγράφεις με τέτοιο τρόπο από το παρελθόν σου, εγώ σε διαγράφω μια και καλή από το μέλλον μου”. Επιστρέφεται στον αποστολέα, μαζί με μια απορία για την απύθμενη βλακεία και ρηχότητα που χαρακτηρίζει κάποιους ανθρώπους.

Εδώ είναι το ταξίδι… και είναι ώρα για δουλειά, ώρα να φύγω. Αρκετά έμεινα στάσιμος. Η ζωή είναι μπροστά….

Το παρόν γράφτηκε με τη συνοδεία του “A Christmas Reflection” του Carlos Alvarez σε repeat. Ας πούμε ότι συνάδει με την τρέχουσα ψυχολογική μου κατάσταση αυτή τη στιγμή, έστω και αν είναι άκαιρο…

Advertisements

Responses

  1. Nikola gera me tsampouka …

  2. Νίκο, τα λάθη είναι για τους ανθρώπους. Όλοι μας έχουμε αδυναμίες τις οποίες δυστυχώς όσο και αν προσπαθούμε να τις μετριάσουμε, πάντοτε θα υποβόσκουν.

    Το θέμα είναι να διδασκόμαστε από τα λάθη μας και να πηγαίνουμε μπροστά τουλάχιστον με το κεφάλι ψηλα!

    Όσο γι’ αυτούς που μας πλήγωσαν και μας πληγώνουν, κόψε ένα συγχωροχάρτι και καν’ την γι’ άλλα!

    Πάνος


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Kατηγορίες

Αρέσει σε %d bloggers: